07/01/2010

Η βαρύτητα κι οι μουσακάδες



Όπως πολλοί άλλοι, έχω μείνει κόκκαλο με την εκπομπή "Μια νύφη για τον γιο μου". Μητέρες και γιοι ψάχνουν αντάμα για συζύγους που θα είναι νοικοκυρές, περιποιητικές κι υπάκουες, θα ψένουν μουσακάδες και θα κάνουν εγγονάκια.

Για να μη σπεύσει κανείς να πει ότι η απέχθειά μου οφείλεται στα εκφυλοαντανακλαστικά μου, σημειώνω ότι παραμονή Πρωτοχρονιάς ο πατέρας μου, ένας καθ' όλα αξιοπρεπής οικογενειάρχης και σιγανοπαπαδιά που πλέον έχει ψηφίσει τους πάντες πλην ΚΚΕ και ΛΑΟΣ, μας έβγαλε 5λεπτο φιλιππικό εκφράζοντας την απογοήτευσή του, την κατάπληξή του καθώς και την απορία του για το πού βαδίζουμε σαν κοινωνία όταν βγαίνουν τέτοιες εκπομπές και μάλιστα όταν βρίσκονται και παίκτες για να συμμετάσχουν σε αυτές.

Κακώς πέφτει από τα σύννεφα όμως. Το σύνθημα της σχωρεμένης της Μαλβίνας Κάραλη καθώς πολεμούσε τον αρχισατανά (δηλαδή τον καλύτερο μεταπολεμικό πρωθυπουργό της Ελλάδας) Κώστα Σημίτη ήταν "απενοχοποιηθείτε" (συνοδευόμενο από κάποια καμπ προσφώνηση που δε θυμάμαι: "χρυσά μου"; "μωρά μου"; "λατρεμένα μου"; "πουλιά μου"; κάτι τέτοιο). Βεβαίως, η Κάραλη μάλλον ευαγγελιζόταν γενικευμένη απενοχοποίηση: για τους θρησκόληπτους αλλά και για τους άθεους, για τις τεκνατζούδες αλλά και για τις γεροντόφιλες, για τους χοντρούς αλλά και για τους ανορεξικούς, για τους καρεκλάδες αλλά και για τους σκυλοτσιφτετελάδες, για τους φαλακρούς αλλά και για τους αφάνες, για τις αναγνώστριες του Φάις αλλά και της Δημουλίδου, για τους σινεφίλ που προσκυνούν τον Τάκη Κανελλόπουλο αλλά και τους βιντεοφίλ που γουστάρουνε Στηβ Ντούζο. Και ούτω καθεξής.

Η ελληνική κοινωνία πάντως άκουσε τη φωνή της προφήτιδος και συμμορφώθηκε. Ή μάλλον, η προφήτις ψυχανεμίστηκε (μόνο έλλειψη διορατικότητας δε θα μπορούσε να της προσάψει κανείς) το αίτημα της ελληνικής κοινωνίας που ήθελε να απενοχοποιηθεί.

Η ελληνική κοινωνία ήθελε να ακούει και να χορεύει σκυλομαλακίες, ήθελε μαιζονέτες και πολυτελείς μονοκατοικίες και διαμερίσματα στα Βριλήσσια και στην Αγία Παρασκευή, ήθελε να διαβάζει Άρλεκιν εγχώριας παραγωγής κι όχι για τις αϋπνίες του Βιζυηνού, ήθελε να βλέπει βιντεοταινίες κι όχι για τη σιωπή του Θεού. Μεγάλωσα σε μια Ελλάδα που η λέξη "κουλτουριάρης" ήταν (όχι αδικαιολόγητα) βρισιά ενώ, ταυτόχρονα, οτιδήποτε αμφισβητούσε τα θέσμια και τα ιερά καταχωρούνταν αμέσως ως "κουλτουριάρικο": από τους χίπηδες μέχρι το ΚΚΕεσ, από τους ειρηνιστές μέχρι όσους έκαναν πολιτικό γάμο, από τον Νίκο Δήμου της δεκαετίας του '80 μέχρι τον Ηλία Πετρόπουλο, από τον Σιδηρόπουλο μέχρι τις φεμινίστριες, από τον Κουν μέχρι τον παπα-Πιρουνάκη.

Η ιδεολογία των Ελλήνων (ιδεολογία μιας μειοψηφίας ίσως, πλην όμως πανίσχυρη):

α. Είναι ιδεολογία οικογενειοκεντρική και οικογενειοκρατική: η οικογένεια παραμένει υπέρτατη αυθεντία και εξουσία και στον ιδιωτικό βίο και στον δημόσιο βίο και στην πολιτική.

β. Είναι αόριστα και συγκεχυμένα φαλλοκρατική-μιλιταριστική: τους Ιταλούς τους κάνουν άντρες οι πουτάνες (ή τίποτα κορίτσια από όχι πολύ καλές οικογένειες), τους Έλληνες ο στρατός. Είναι και συγκρουσιολάγνα: ρητορικώς όλα είναι όπλα, αγώνας, αίμα, πάλη, μάχη, πόλεμος. Όπως έλεγε κι ένας φίλος: "Με τη βοήθεια του θεού, θα τους γαμήσουμ' όλους", που μας φέρνει στο

γ. Είναι θρησκευτική με τη γιανναρική έννοια -- αν και ο ίδιος, χαμένος στις εξιδανικεύσεις του, βεβαίως διαφωνεί. Στον ιδιωτικό βίο ο Έλληνας χρησιμοποιεί το θείο σαν πλούσιο μακροθειό ή σαν επιδεκτικό λαδώματος υπάλληλο. Πέρα από τον Χριστό, την Παναγία και τους αγίους, επικαλείται κομποσχοίνια, φυλακτά, εικονίτσες, ματόχαντρα. Αν είναι φτωχός, μάγια και μάγισσες. Αν είναι πλούσιος, το ταϊβανέζικο χέρι της Φατίμα που αγόρασε στο σουκ στην Τυνησία, ή κανα καβαλιστικό χαϊμαλί. Στον δημόσιο βίο, η θρησκευτικότητα διαπιστεύει την ελληνικότητα, πράγμα σημαντικό αφού

δ. Για την ελληνική ιδεολογία, ο Άλλος είτε ενσωματώνεται, αφού συμμορφωθεί εξωτερικά (ο βαφτισμένος Εβραίος, ο διακριτικός ομοφυλόφιλος, η θρήσκα πόρνη, ο μαύρος που μιλάει άπταιστα ελληνικά, ο γραικομάνος Σλαβομακεδόνας, ο υπερέλληνας Βλάχος / Αρβανίτης, ο Σουηδός που παίζει σάζι και τάβλι, η Αμερικάνα μάνα που είναι υστερικότερη από την εγχώρια), είτε απορρίπτεται. Η συνύπαρξη μαζί με τον Άλλο είναι πάρα πολύ ζόρικη υπόθεση. Από αυτή την άποψη τα σχεδόν ανύπαρκτα αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στον αντισημιτισμό είναι μέρος μιας πανοραμικότερης εικόνας μονομανίας, μιας διαρκούς προσπάθειας να επιβληθεί η μονοδιάστατη ταυτότητά της.

Τέλος, η υποκρισία είναι κεντρικό στοιχείο της ελληνικής ιδεολογίας. Ίσως το ισχυρότερο: "κάνε ό,τι θες αλλά μη μας το λες", "μακριά από πάνω μας κι όπου θέλει ας πάει" και -- φυσικά -- όπως είπε ο εθνικός Καραμανλής: "υπάρχουν πράγματα που γίνονται και δε λέγονται και πράγματα που λέγονται και δε γίνονται", ρήση που επίσης συνοψίζει πανέμορφα τη νεώτερη πολιτική μας ιστορία.

Τις τελευταίες δεκαετίες πάψαμε να υποκρινόμαστε ότι δεν είμαστε υποκριτές. Απενοχοποιήσαμε την υποκρισία, όπως και την ημιμάθεια, τη μεμψιμοιρία-ζοχάδα και τον ατομικό και συλλογικό μας τσαμπουκά-λεονταρισμό. Οι ψυχαναλυτές και οι γεροντάδες θα μείνουν το δίχως άλλο άνεργοι σύντομα, αφού ρέπουμε προς τα εκεί που μας τραβάει η βαρύτητα της ελληνικότητας, "φυσικά" και "αβίαστα".

06/01/2010

H ηλιοσκαμαγγισμένη Ήπειρος

[…]Όπως όταν τύχει να περάσει κάποτε μπροστά μας μια πολύ ωραία γυναίκα, ξέχωρα όμως ωραία, σκαλοπάτια ωραία πάνω απ’ τις άλλες, μοναδικιά, ηλιοσκάμαγγη ή ηλιοσκαμμαγγισμένη (όπως θα την έλεγαν, με μια σπαθάτη λέξη, στην Ήπειρο) και μπορεί, από παλιά διαβάσματα, να νεκραναστηθεί μέσα μας ενδεχόμενα το σαστισμένο ρώτημα του χορού, στο δραματικό ποίημα του Μίλτωνα Samson Agonistes, μπροστά στο πέρασμα της Δαλιδάς

But who is this, what thing of sea or land;[…]

Ζ.Λορεντζάτος, «στου τιμονιού τ’ αυλάκι», σελ.146.


Image Hosted by ImageShack.us


Το ξελόγιασμα.

Image Hosted by ImageShack.us


Θεογέφυρο.


Image Hosted by ImageShack.us

Η Ευδοξία του Κατσούλη στέλνει χαιρετίσματα στην μακαρίτισσα την Τσιβή ( Παρασκευή). «Με τα πρόβατα γεννηθήκαμε, με τα πρόβατα θα πεθάνουμε».
Στο βάθος η Μονή των Αγίων Πατέρων.

Image Hosted by ImageShack.us


Ο Κύριος από κεί μας βλέπει.


Image Hosted by ImageShack.us


Ένας φίλος που παριστάνει την χαλκομανία, αιώνες τώρα. Ο Ευφρόσυνος ο μάγειρος!


Image Hosted by ImageShack.us


Το παραπόρτι του Παραδείσου.


Image Hosted by ImageShack.us


Η ωραία Ζίτσα. Του Δημήτρη του Μέγα.

Image Hosted by ImageShack.us


Με τα κρασιά θυμάμαι πάντα τον Μπερεκέτη. Και πίνω χαμογελώντας, λίγη Κυρά-Φροσύνη .


Image Hosted by ImageShack.us


Η θέα απ' το πασαλίκι της Κόνιτσας.


Image Hosted by ImageShack.us


Μικρό εκκλησάκι στο φαράγγι.

Image Hosted by ImageShack.us


Μικρό Πάπιγκο. Είναι ωραία τα μικρά!


Image Hosted by ImageShack.us


Σραόσα τσέντο περ τσέντο…Ο μπατζανάκης μου χαμογέλασε από μακριά!

Image Hosted by ImageShack.us


Στη Μολυβδοσκέπαστο φθάσαμε την ώρα που σήμαινε το τάλαντο για τον εσπερινό. Στην άλλη μεριά του ποταμού αρχίζει η Αλβανία. Σαν νήπια που παίζουν ζητήσαμε ν’ ανέβουμε στο ψαλτήρι. Ανάμεσα σ’ όλα τ’ άλλα παιδικά κατορθώματα κανοναρχίσαμε το δοξαστικό του εσπερινού… των Αγίων Νηπίων.

Image Hosted by ImageShack.us


Στην λίμνη…


Image Hosted by ImageShack.us


…θυμήθηκα τους μπζαράδες. Τον Πετεφρή, και τον Γιαννο-γούφα… που γιορτάζει.


Image Hosted by ImageShack.us


Την επαύριον Φωνή Κυρίου επι των υδάτων βόα λέγουσα… «ώρα να κοιμηθούμε»…μονολόησα, έχων κατά νούν τας μελλούσας γενέσθαι συζητήσεις μετά του Κουκουζέλους του Αρτεμίου. Προς τούτο, δαμιζάνα πεντόκιλη με τσίπουρο ηπειρώτικο ανεπαύετο στο τραπέζι της κουζίνας.


σκαμάγγι = τολύπη καθαρού βάμβακος έτοιμη πρός νήσιν. Δημητράκος ( γειά σου Κουκουζέλη αθάνατε).

04/01/2010

Το δάσος και η πόλη



στη Σώτη Τριανταφύλλου, επί τη ευκαιρία

Όταν σκέφτομαι όμορφη φύση, σκέφτομαι δέντρα. Ούτε βράχια, ούτε ξεραΐλες, ούτε χορτάρι. Ούτε τη θάλασσα. Δέντρα. Τη χαρά που μου δίνει να περπατάω σε μονοπάτι στο δάσος μου την έχει δώσει μόνο η μουσική.

Τα δάση, αντίθετα με τα λιβάδια, τις ερήμους και τις γυμνές πλαγιές, δεν έχει πολύ νόημα να τις κατοπτεύεις από κάποιο ψηλό σημείο σαν ρομαντικός περιηγητής. Πρέπει να είσαι μέσα στο δάσος: το δάσος είναι τρισδιάστατο. Τα δέντρα δημιουργούν χώρο, δίνουν το ουσιώδες ύψος. Παράλληλα, κρύβουν τον ορίζοντα ή την ορεογραμμή. Διαχέουν το φως και θαμπώνουν τους ήχους.

Ανέβηκα τις προάλλες στο Γκάλαξυ στο Χίλτον, όπου το ποτό έχει τιμή μπριζόλας και προδιαγραφές πάρτυ εικοσάρηδων. Έχει όμως τη συγκλονιστικότερη θέα της Αθήνας: οι Βασιλέως Κωνσταντίνου και Βασιλίσσης Σοφίας εξακτινώνονται φωτεινές και ευθείες μπροστά σου, οι απαλές δομημένες λοφογραμμές λαμπυρίζουν με τα φώτα των σαλονιών τους. Ο Λυκαβηττός και η Ακρόπολη συμπληρώνουν το τοπίο χωρίς όμως να δεσπόζουν.

Κι όμως, όπως και τα δάση, τις πόλεις δεν πρέπει να τις κοιτάζεις από ψηλά. Είναι το λάθος σημείο. Μόνον η Πράγα μοιάζει εξίσου όμορφη από πάνω. Η Νέα Υόρκη επιβλητική και θεαματική, αλλά τίποτε άλλο. Πόλεις όπως η Ρώμη, το Λονδίνο, η Βαρκελώνη, το Βερολίνο και το Παρίσι μοιάζουν με την Αθήνα από ψηλά -- πράγμα που μάλλον τις αδικεί.



Οι πόλεις είναι κι αυτές τρισδιάστατες. Πρέπει να τις βλέπεις από μέσα. Και δεν πρέπει να μένεις στις ευθείες και στις καμπύλες των δρόμων τους ή στις προσόψεις. Μόνο στο Παρίσι (και στους παριζιάνους) οι προσόψεις μπορεί να είναι κάποτε πιο συναρπαστικές από το εσωτερικό των κτιρίων. Αλλά, κατά κανόνα, οι πόλεις είναι οι δαιδαλώδεις εσωτερικοί χώροι τους, οι λαβύρινθοι σπιτιών, διαμερισμάτων, αποθηκών, ορόφων, κλιμακοστασίων, διαδρόμων, υπογείων. Χώρια οι εσωτερικές αυλές, οι στέγες, οι ταράτσες, οι χώροι στάσης, οι πλατείες, οι σπιανάδες. Τα παράθυρα, τα μπαλκόνια, οι διαβάτες, οι ζωές, οι λύπες, οι έρωτες, τα παιδιά, οι δυνατότητες, τα ερείπια, οι φωνές...

Και μετά βέβαια είναι το θέμα του πώς βλέπουμε τις πόλεις. Το Αμβούργο δεν είναι καμμιά κουκλίστικη (ή έστω "ανθρώπινη") πόλη. Με εντυπωσίασε όμως με πόση αγάπη την κινηματογραφεί ο Fatih Akın στο Soul Kitchen. Πολλοί από όσους ζούνε στις πόλεις δεν τις αγαπούν. Αυτό μού είναι ακατανόητο. Έχω ξαναπεί ότι η Αθήνα λ.χ. έχει προβλήματα, που συνοψίζονται ενδεχομένως από το "Όμορφη πόλη αλλά παρατημένη" της συμβίας. Αλλά από εκεί (τα σκουπίδια, τον θόρυβο, το πρόβλημα στάθμευσης) μέχρι τα ανοικονόμητα "τέρας", τα αμετροεπή "φρίκη" ή το αστοιχείωτο "τριτοκοσμική" κτλ. υπάρχει τεράστια απόσταση.

Μέρος της σύγχυσης και της αθηνοφοβίας οφείλεται στην εγγενή πολυπλοκότητα και αντιφατικότητα της μεγαλούπολης. Η Αθήνα είναι μεγαλούπολη. Σε όλες τις μεγαλουπόλεις υπάρχει μαζική στέγαση. Στη μεγαλούπολη έρχεσαι μοιραία αντιμέτωπος με την ποικιλία. Πολλοί αισθάνονται δυσανεξία στην περιορισμένη πολυμορφία που μας επιτρέπει η ανθρώπινη φύση· η μεγάλη πόλη, που την αναδεικνύει αναιδώς και περήφανα, τους φαντάζει χαοτική. Να πάνε στο Λουξεμβούργο ή στη Γενεύη λοιπόν. Είμαι σίγουρος ότι κι εκεί δε θα κολλήσουν, για άλλους λόγους βέβαια.

Μέρος της σύγχυσης και της αθηνοφοβίας οφείλεται στην αδυναμία να δούμε την πόλη στη σωστή κλίμακα και στα σωστά συμφραζόμενα. Είναι σφάλμα να συγκρίνουμε την Αθήνα του 1832 της φτωχής Ελλάδας με το Παρίσι, ή το Λονδίνο, ή τη Βιέννη, πόλεις κέντρα πολυεθνικών αυτοκρατοριών ή πλούσιων χωρών στις οποίες έχουν εισρεύσει αμήθητα πλούτη και -- κυρίως -- που μετράνε ιστορία αιώνων. Είναι κωμικό να ψάχνουμε χάλκινες στέγες στην Αθήνα και ανθισμένα μπαλκόνια στο Αμπερντήν. Είναι αφέλεια να συγκρίνουμε το κέντρο της Ρώμης των παπών με τα Πατήσια, να θαυμάζουμε τις κεντρικές Βρυξέλλες αγνοώντας την αχανή Αχαρνών που κρύβει η βελγική πρωτεύουσα. Και τα λοιπά. Αν θέλουμε να δούμε πώς πάμε, πρέπει να κοιτάξουμε προς τη Λισαβώνα και προς τη νότια Ιταλία, ίσως. Και -- ω φρίκη -- προς τα Βαλκάνια και προς την Ανατολική Ευρώπη επίσης.

Στο μεταξύ, εγώ την αγαπάω αυτήν την πόλη.

trash scandals

*
πριν από ~26 μήνες:
"Ο πρόεδρος της Πρωτοβουλίας πολιτών κ. Γεωργακόπουλος υποστήριξε ότι βρήκε πεταμένα στα σκουπίδια, εκατοντάδες απόρρητα έγγραφα της ΕΥΠ καθώς και διαβαθμισμένη αλληλογραφία του Τζορτζ Μπους με την Ντόρα Μπακογιάννη, στην οποία προαναγγέλλει επικείμενη επίθεση στο Ιράν."
ANT1 ONLine / News / Διαψεύδει το υπουργείο Εξωτερικών

*

πριν από ~20 μέρες:
"Οι σχετικές αιτήσεις στέλνονταν με ΦΑΞ από το γραφείο [του Ρόβλια] προς τα αρμόδια υπουργεία, χωρίς όμως να καταστρέφονται τα αποδεικτικά στοιχεία, αλλά να πετιούνται στα σκουπίδια! Εκεί τα βρήκε ο κ. Δ. Γεωργακόπουλος, πρόεδρος της «Πρωτοβουλίας Πολιτών ΣΕΑ», ο οποίος γνωστοποίησε την αποκάλυψη που έκανε με επιστολή του προς τον πρωθυπουργό στις 13/12"
Αδέσμευτος Τύπος

*

σήμερα:
"[…] στο έγγραφό του προς τις αρμόδιες αρχές ο κ. Γεωργακόπουλος, πρόεδρος ΣΕΑ, γνωρίζει ότι: «Την 30/12/09 και ώρα 18.30, έξω από το υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης στην οδό Αριστοτέλους 17, οι καθαρίστριες του υπουργείου έβγαλαν 10 μεγάλες μαύρες σακούλες σκουπιδιών και τις έβαλαν με τα άλλα σκουπίδια. Τέσσερις από τις σακούλες αυτές, τις οποίες πήρα, περιείχαν εκατοντάδες έγγραφα του υπουργείου […]»"
Εγγραφα-φωτιά για κύκλωμα με φάρμακα | Ελλάδα | Ελευθεροτυπία

*

Με εντυπωσιάζει το ότι νοιώθει την ανάγκη να προσδιορίσει τις σακούλες των σκουπιδιών: "μεγάλες", "μαύρες".

***

[Συμπλήρωμα 4:42 μμ] Ο akindynos συνεισφέρει (και τον ευχαριστώ θερμά --δες σχόλια):

[ΣΕΑ =] Συντονιστική Επιτροπή Αττικής, χωρίς να διευκρινίζεται το αντικείμενο του συντονισμού. Η ατμόσφαιρα ίσως.

Με τσίγκλισε όμως [γράφει ο akindynos] το ότι «κανένα κανάλι δεν αναφέρει ότι είναι απότακτος και γιατί άραγε αποτάχθηκε» και με λίγο σκάλισμα βρήκα πως
O Δ. Γεωργακόπουλος είχε αποταχτεί το 1979 επειδή είχε υπερασπιστεί σε δικαστήριο ένα νεαρό που είχε συλληφθεί σε επεισόδια, σε αντίθεση με άλλους συναδέλφους του οι οποίοι ήταν μάρτυρες κατηγορίας. Το 1984 επανήλθε στο Σώμα, αλλά υπέβαλε την παραίτησή του το 1990 για να διεκδικήσει δύο φορές, ως υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος την ψήφο των δημοτών της Καλλιθέας.
Ριζοσπάστης 3/1/1997

*

Με παραπάνω ψάξιμο βγαίνει ακόμα ένας λαγός [συνεχίζει ο akindynos].
Σχετικά με την εμφάνιση του αστυφύλακα Δημητρίου Γεωργακόπουλου με στολή και με πανώ στην συγκέντρωση του Πολυτεχνείου, ο αρχηγός της αστυνομίας πόλεων κ. Κ. Λεμονής, που ρωτήθηκε από τους δημοσιογράφους δήλωσε τα εξής:

Μακεδονία 20/11/1979 σ. 15 (κλικ στην εικόνα από πάνω για μεγέθυνση)

*
Τι έγραφε το πανώ;
Τιμή στους ήρωας του Πολυτεχνείου
Σήμερα στη μνήμη τους μέχρι κι ο ουρανός κλαίει




(
[Ριζοσπάστης]: σελίδα 4, δεξιά στήλη, Αστυφύλακας στην πορεία)
*

Έχω μια υποψία [καταλήγει ο akindynos] πως ισχύει το πού 'σαι νιότη
***

Από το πρώτο άρθρο του Ριζοσπάστη που παραθέτει ο akindynos σημειώνω [εγώ, ο kukuzelis] την εισαγωγή:
Κατηγορίες σε βαθμό κακουργήματος αντιμετωπίζει ο απότακτος αστυνομικός Δημ. Γεωργακόπουλος,που συνελήφθη προχτές μαζί με 31 ακόμη άτομα στο υπόγειο της οδού Αχιλλέως στο Μεταξουργείο, όπου γίνονταν "ρέιβ πάρτι" με χρήση ναρκωτικών και παραισθησιογόνων ουσιών.

***

03/01/2010

Το ατελείωτο μελό της ματοβαμμένης ελληνικότητας

Εδώ και χρόνια συζητάμε με τη συμβία ένα ζήτημα, σχεδόν κοάν το έχουμε καταντήσει: κατά πόσον μπορεί να βλάψει ένα μεγάλο κείμενο μια παραστασή του; Είχαμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα μεγάλα κείμενα επιβιώνουν και ακτινοβολούν ακόμα και μέσα στις επιχώσεις και τα ιζήματα -- τα κατακάθια ντε. Το κείμενο του Οιδίποδα Τυράννου κατάφερε να επιβιώσει και να συνεπάρει ακόμα και μέσα από τη βερσιόν Κιμούλη-Γαληνέα-Νταλάρα (όχι όμως και από αυτήν της Πατεράκη στην Επίδαυρο το 2008). Το μεγαλείο του Αμαρτήματος της μητρός του Βιζυηνού δεν αμαυρώνεται πολύ από την παράσταση του Θεάτρου Τέχνης με τον Λογοθέτη.

Ξέρουμε επίσης, τουλάχιστον από πέρσι, ότι ένας καλός ηθοποιός μπορεί να σηκώσει μια παράσταση κι ένα μέτριο κείμενο ακόμα και μόνος του. Πέρσι είδαμε τη Νένα Μεντή να βγάζει από έναν μάλλον κουτούτσικο μονόλογο μια πάρα πολύ δυνατή παράσταση χάρη στην ερμηνεία της. Αξιοζήλευτη και κρουστική ερμηνεία στην Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου μιας πολύ δυνατής και μεγάλης ηθοποιού, που ελέγχει το υλικό της και το αναδεικνύει, όσο επιδέχεται ανάδειξη το υλικό.

Βγήκα πριν δύο ώρες από το Τρίτο Στεφάνι του Φασουλή. Πήγα γιατί πρόκειται για ένα κείμενο αναφοράς, ένα κείμενο κειμενικό και αρκετά λόγιο ώστε να δημιουργεί αρραγή ψευδαίσθηση αληθοφάνειας (στην ας πούμε νατουραλιστική της εκδοχή). Πήγα γιατί έπαιζε η Μεντή. Πήγα γιατί, στο κάτω-κάτω, το Εθνικό Θέατρο είναι. Αν δε σωθεί το κείμενο, θα σώσει η Μεντή. Κάτι θα σιγοντάρει και η κατάσταση ΕΘ. Κάπως έτσι σκέφτηκα.

Η παράσταση διαρκεί τέσσερις ώρες μαζί με το 20λεπτο διάλειμμα. Λίγο αφού αρχίσει αντιλαμβάνομαι ότι βρίσκομαι στη θεατρική κόλαση των ανούσιων παραστάσεων που μικρότερο με έκαναν να σιχαίνομαι τη θεατρική εμπειρία ως υποκατάστατο της κινηματογραφικής. Ακαθοδήγητοι ηθοποιοί, ανοικονόμητη κινησιολογία, ανεξέλεγκτη άρθρωση και εκφορά, ασυνάρτητα ή άκυρα οργανωμένη σκηνογραφία. Ποιότητες, μανιέρες και χαρακτηριστικά τηλεοπτικού σήριαλ: νόμιζα ότι βλέπω κακό Δαλιανίδη ή Αυθαίρετους / Απαράδεκτους / Μήτσους. Αποφάσισα να φύγω στο διάλειμμα.

Ένα θεμελιώδες λάθος της παράστασης είναι ότι εξουδετερώνει την κειμενικότητα του Τρίτου Στεφανιού. Πράγματι, όπως μου είπε κι ένας φίλος στον οποίο τηλεφώνησα στο διάλειμμα (δεν έφυγα) ενώ η συμβία τράβαγε ως Εκάβη στις Τρωάδες τα μαλλιά της, αν απογυμνώσεις το Τρίτο Στεφάνι από την κειμενικότητα και την "κειμενική πολιτική" του, έχεις απλώς κάτι νοικοκυρές να κουτσομπολεύουνε πάνω από μια σκάφη. Έχεις "κάπως ξεπεσμένες αστές να συμπεριφέρονται σαν πλύστρες", όπως είχε επισημάνει σε ένα γραπτό της η συμβία. Η πλοκή που ξετυλίγεται μπροστά στα κουρασμένα μάτια του κοινού είναι κάτι μεταξύ Βούρτση-Ξανθόπουλου και κακοβαλμένων Παπαθανασίου-Ρέππα.

Βλέπουμε λοιπόν μπροστά στα μάτια μας, ελέω διασκευής και σκηνοθεσίας των Νιάρχου και Φασουλή, το Τρίτο Στεφάνι να μετατρέπεται στο ανιαρό μελό της ελληνικότητας, στην μπασταρδέ ιστορικότητα της νεοελληνικής ηθογραφίας, στον όλο τσιρίδα, μισόλογα και φασκελώματα κόσμο της ελληνικής οικογένειας, στο κουραστικό τηλεοπτικό καμπ ενός κόσμου όπου οι πόρνες συμπεριφέρονται σαν τραβεστί, οι στρέιτ σαν κουρασμένα γερόντια ή πεντάρχιδες μάτσο τορπίλες βαρβατίλας, οι νοικοκυρές σαν ξεφωνημένες αδερφές που μουτζοκλαίνε τη μοίρα τους τη μαύρη -- και ούτω καθεξής.

Ο ηθογραφικός ιστορικισμός της παράστασης βρίσκεται λοιπόν στον αντίποδα προσεγγίσεων όπως αυτή στα Κόκκινα Φανάρια ή κι αυτή στη Στρέλλα.

Μόλις βγήκε η Μεντή-Εκάβη, το πράγμα έφτιαξε, τουλάχιστον ως θέαμα: ενδεχομένως ερήμην της σκηνοθεσίας, ιδανικότερη Εκάβη δε θα μπορούσε να υπάρξει επί σκηνής. Έχω διαβάσει το βιβλίο τρεις φορές και απολάμβανα τώρα τη μεγάλη ηθοποιό να ζωντανεύει έναν από τους πιο σύνθετους χαρακτήρες της νεοελληνικής πεζογραφίας, και μάλιστα μέσα σε ένα εν πολλοίς κενό δραματικό χώρο γύρω της -- χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η Κομνηνού και η Τρύπη δεν έβαλαν τα δυνατά τους, αν και μάλλον χαμένες μέσα στη γενικευμένα ισχνή σκηνοθεσία.

Στο δεύτερο μέρος όμως τα πράγματα δυσκόλεψαν πολύ. Πρώτα-πρώτα, πεθαίνει κάποια στιγμή η Εκάβη. Δεύτερον, η ατσούμπαλη κινησιολογία, τα κραυγαλέα ευρήματα, η όλο λακκούβες άρθρωση και εκφορά, και η πλέον αθλιούτσικη σκηνογραφία συμπληρώνονται από ανακοινωθέντα και προβολές ντοκουμέντων-ζουρνάλ που δίνουν το ιστορικό στίγμα. Χαρακτήρες πάνε κι έρχονται, για λόγους δραματικά ανεξιχνίαστους: Πέτρος, Ειρήνη, κάποιος Άγγλος που δε βλέπουμε, ένας Γερμανός στρατιώτης, μια φράου. Και μετά έρχονται δύο χονδροειδή ευρήματα που απλούστατα καταβαραθρώνουν την παράσταση.

Πρώτον, από ένα μεταπολεμικό σημείο και μετά όλα γίνονται γιορτή. Το θέαμα μετατρέπεται σε ένα προχω-ρετρό μιούζικαλ τύπου 'Δέκα Χρόνια Μέγκα', πλαισιωμένο με ποτ-πουρί επιτυχιών της δεκαετίας του '40 (κι έκτακτη εμφάνιση των Πουπίνι Σίστερς -- αστειεύομαι, χα χα). Κάποιοι ηθοποιοί τραγουδούν, κάποιοι ατυχέστεροι σέρνονται μεταμοντέρνα στο σανίδι και σπαρταρούν σαν να τους έβαλε ο Παπαϊωάννου να κάνουν τον γυμνοσάλιαγκα ή το λαβράκι στη στεριά.

Δεύτερον, λίγο πριν το τέλος εισάγεται εξοβελιστέα και πλεοναστικά (πια) ένα στοιχείο της κειμενικότητας που διατρέχει ολόκληρο το μυθιστόρημα: η Νίνα (alter ego του Κ. Ταχτσή) μιλάει για τη συγγραφή με τον Άκη-Ταχτσή, αφού ο ίδιος της βάλει λόγια στο στόμα της. Σχεδόν αναθαρρείς που βλέπεις τον ήρωα (τη Νίνα) να ξεκινάει να αναμετρηθεί με τον δημιουργό-αφηγητή αλλά και συνήρωά του (τον Άκη-Ταχτσή). Η Νίνα αντιλαμβάνεται ότι ο Άκης-Ταχτσής θα την κατασκευάσει όπως θέλει, αφού όμως ήδη έχει κλεισμένη την ίδια και όλον τον κόσμο της μέσα στο σημειωματάριό του.

Ακολουθεί η τελευταία σκηνή του έργου και η πλήρης άλωσή του. Παραμένοντας στην πολύ αργά ανακαλυφθείσα κειμενική διάσταση του έργου, οι χαρακτήρες του περικυκλώνουν τον Άκη-Ταχτσή που κάθεται μπροστά στη γραφομηχανή. Κι εκεί του ζητούν να πει όσα δεν είπε στο μυθιστόρημα είτε επισημαίνουν τι δεν είπε γι' αυτούς στο μυθιστόρημα. Και μετά προστίθεται και ο σκανδαλοθηρικός βιογραφισμός τύπου Βασίλη Καββαθά στις πολλές αμαρτίες της παράστασης, με τη Νίνα (ή την Εκάβη -- δε θυμάμαι, ήδη μπινελίκωνα και βλαστημούσα ήσυχα) να βάφει τον Άκη-Ταχτσή και να τον ντύνει τραβεστί με μια ρόμπα. Και σαν να μην έφτανε αυτός ο εξευτελισμός έργου, συγγραφέα και παράστασης, ο Άκης-συγγραφέας και οι χαρακτήρες του πασαλείβουν τα χέρια τους με μπόλικο ρουζ και τείνουν τα χέρια ανοιχτά προς το κοινό. Κι έτσι μαθαίνουν και οι νεώτεροι ποιο το ματωμένο τέλος του παρενδυτικού Άκη-Ταχτσή, και, γενικότερα, της ελληνικής ιστορίας.

31/12/2009

Δύο στα δύο

Κατάφερα να δω και τις δύο πολυσυζητημένες ελληνικές ταινίες, τη Στρέλλα και τον Κυνόδοντα. Αν δεν τις έχετε δει, σταματήστε να διαβάζετε και πηγαίνετε να τις δείτε.

Γενικά δε μου αρέσει ο ελληνικός κινηματογράφος από σεναριακής και θεματολογικής άποψης. Νομίζω ότι έχω ξαναγράψει για το θέμα, αλλά αντί να ψάχνω τον σύνδεσμο, μπορείτε να τον βρείτε εσείς στο νέο μπλογκ που περιλαμβάνει (σχεδόν) όλα όσα έχω γράψει κι ό,τι θα γράφω στο εξής. Ωστόσο, πρόσφατα έχουν εμφανιστεί ελληνικές ταινίες (να θυμηθώ πολύ πρόχειρα την Ιστορία 52) που είναι πολύ διαφορετικές: χωρίς ποιητισμούς, χωρίς τάχα μου γκονταρικούς διαλόγους, χωρίς σχηματικά "συμβολικά" σενάρια που τα τραβάει η διακειμενικότητα στον πάτο, χωρίς αφέλειες κτλ.

Ο Κυνόδοντας δεν είναι καθόλου ευχάριστη ταινία. Είναι βεβαίως άψογα γυρισμένη και πάρα πολύ δυνατή. Μάλιστα είναι τόσο δυνατή, που σε βαράει στο κεφάλι διακριτικά αλλά πάρα πολύ σφοδρά.

Λειτουργεί σε τρία τουλάχιστον επίπεδα.

Πρώτα-πρώτα είναι μια ακραία αλλά λεπτομερής και πολύ αποτελεσματική σάτιρα της (ελληνικής) οικογένειας, τουλάχιστον όπως τη γνώρισε η γενιά μας. Πόσοι από εμάς δε φαντάστηκαν ή δε φοβήθηκαν ότι οι γονείς μας θα ήθελαν κατά βάθος να μας απομονώσουν εντελώς από τον έξω κόσμο και τις κακές επιρροές: τη σατανική τηλεόραση, τις καφετέριες κι όλα τα άλλα που βλέπαμε σε αριστουργήματα όπως τα Τσακάλια ότι ρίχνουνε τη νεολαία στον βούρκο.

Δεύτερον, η ταινία αποτελεί ένα ενδιαφέρον πείραμα σκέψης σχετικά με τα όρια του κοινωνικού μπιχεβιορισμού: μπορείς να διαμορφώσεις τη συμπεριφορά του ανθρώπου κατά βούληση ελέγχοντας τα ερεθίσματα που δέχεται; Γίνεται να παρακάμψεις ή να ανασκευάσεις την ανθρώπινη φύση ώστε τελικά να πείσεις για την επικινδυνότητα της γάτας ή να αποσβέσεις το ταμπού της αιμομιξίας; Είναι εφικτό να πείσεις ανθρώπινα όντα ότι "πληκτρολόγιο" σημαίνει μουνί; (αν κι εντάξει, σχετικά με αυτό το τελευταίο, σε μπλογκάδες απευθύνομαι)

Τρίτον, ο Κυνόδοντας είναι η ουσιαστικότερη, αν και αλληγορική, κριτική της κλειστής κοινωνίας: απομόνωση, αυτάρκεια, προπαγάνδα, ψέμα, παραπληροφόρηση, περιχαράκωση και δαιμονοποίηση του "έξω κόσμου", τρομολαγνία, έμφαση και πρωτείο στην κοινότητα-οικογένεια, πλήξη, βία, εκπόρνευση και -- σε πολλά επίπεδα -- αιμομιξία. Η κατάσταση στο απομονωμένο σπίτι θυμίζει ιστορίες από ορεινές κοινότητες της Ευρώπης αλλά κι από ολόκληρες κοινωνίες (Βουλγαρία, Ανατολική Γερμανία, Βόρεια Κορέα κτλ.).

Με το να επιτίθεται μετωπικά και σαδιστικώς ανελέητα στην οικογένεια, στην (μπιχεβιοριστική) Παιδεία και στα αντανακλαστικά της (ενίοτε θεόκλειστης) κοινωνίας μας, ο Κυνόδοντας ήδη πρωτοπορεί. Το γράμμα το πάει ακόμα παραπέρα η ταινία με την τεχνική και αισθητική της ματιά και το ολοκληρωμένο όραμά της.

Η ενδιαφέρουσα συγκυρία βρίσκεται στο ότι η άγρια σκυλίσια κριτική του Κυνόδοντα συνυπάρχει με τη μη-τραγική κατάληξη της Στρέλλας. Η Στρέλλα πρωτοπορεί με την απουσία ενοχής και τιμωρίας για ανομολόγητα πράματα και (σε ένα επίπεδο κάπως πιο προφανές) στο ότι είναι η πρώτη (ή η δεύτερη) ελληνική ταινία στην οποία οι τραβεστί δεν είναι θλιβερά κουρέλια, τραγικά ερείπια, τελειωμένα τζάνκι που σφάζονται ή που τα πυροβολεί κάποιος μουστακαλής λαϊκός πασοκόμορφος τύπος. Τα υπόλοιπα για τη Στρέλλα θα τα διαβάσετε εδώ.

Αν η Στρέλλα εξετάζει τα όρια της ανθρώπινης εμπειρίας, ο Κυνόδοντας μας πάει πέρα από αυτήν για να φωτίσει κάποια από τα στρεβλά συλλογικά οράματά μας. Και οι δυο ταινίες, τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, κάνουν πολύ ενδιαφέρον και πολύ δύσκολο σινεμά -- μέσα σε έναν πραγματικό κόσμο τυράννων αιμομικτών πατεράδων, σαν εκείνους τους αυστριακούς.

27/12/2009

Μπαμπά, τι είναι ψόφος;

-Δεν ξέρω, παράτα με. Άντε ρώτα το θείο Χρύσανθο....

Από το ΜΕΓΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΝ Χρυσάνθου επισκόπου Διρραχίου (1832, Τεργέστη, τυπογραφείο Michele Weis), το πρώτο έντυπο μουσικό θεωρητικό της νεοελληνικής, που αφορά στην εκκλησιαστική μας κυρίως μουσική. Ο Χρύσανθος ο Μαδυτινός ήταν ο εμνευστής της νέας μουσικής εκκλησιαστικής σημειογραφίας, ο θεωρητικός της, που μαζί με τον Χουρμούζιο Χαρτοφύλακα και τον Γρηγόριο Πρωτοψάλτη μετέγραψαν πλήθος μελών από παλαιότερες σημειογραφίες, και καθιέρωσαν ένα νέο σύστημα μουσικής εκπαίδευσης, με την αρωγή του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

στη συνέχεια:

Ηχώ, Κέλαδος (=θόρυβος ορμητικού νερού), Κτύπος, Ογκηθμός (=γκάρισμα), Φλοίσβος (ήχος από απαλό θαλάσσιο κύμα), Ροίζος (= σφύριγμα ταχέως κινούμενου αντικειμένου, πχ βέλους), Δούπος (=γδούπος), Πάταγος (=ισχυρός ήχος από σύγκρουση), Κλαγγή (= άναρθρη φωνή), Ζίγγος (=βούισμα εντόμου, ζουζούνισμα), Κραγή (=κράξιμο πουλιών), Βοή
Οιμωγή (=θρηνητική κραυγή), Φωνή, Στεναγμός, Λαλιά (=φλύαρο κελάηδημα), Ψιθύρισμα, Βροντή, Συριγμός (=σφύριγμα, σφύριγμα φιδιού),
Θρούς (=θρόισμα), Μηκασμός (=βέλασμα), Μύκημα (=μούγκρισμα βοδιού),
Βρόμος (=βούισμα), Βρυγμός (=μούγκρισμα λιονταριού, τρίξιμο δοντιών),
Υλακή (=γαύγισμα), Ωρύωμα (ουρλιαχτό), Χρεμετισμός (=χλιμίντρισμα)

Ιδού ο  μουσικός "ογκηθμός" του Πέτρου του Γλυκέως.
Ακούστε το σημείο αυτό και μαζί και την κατάληξη της φράσης από την Χορωδία του Συλλόγου Ιεροψαλτών υπό την διεύθυνση του αείμνηστου Άρχοντος Πρωτοψάλτη της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Θρασύβουλου Στανίτσα (από τον διπλό δίσκο: Πέτρος Μπερεκέτης, σε επιμέλεια του μουσικολόγου Γρηγορίου Στάθη).




Και τώρα αναλογιστείτε αυτά που διαβάσατε καθώς θα βλέπετε στο παρακάτω βίντεο τον John Cage να παρουσιάζει το έργο του Water Walk στην δημοφιλή εκπομπή "I 've got a secret" του καναλιού CBS της αμερικανικής τηλεόρασης, (Γενάρης 1960). Και παραδόξως, το συντηρητικό (;), σαχλό (;) κοινό της ζωντανής εκπομπής δεν έκραξε. Το αντιμετώπισε ως ένα έξυπνο αστείο. Ο Cage όμως, καθόλου υπογείως,  καθιέρωνε στο ευρύ κοινό την "Μουσική των Θορύβων".

25/12/2009

Ηλιος στην σκοτία

Kάθε μέρα, βάζω κι άλλη εικόνα στο μόνιτορ. Συνήθως την ημερησία του Μαχμούντ που στέλνει την ιστορία του υγιού του,ή την εικονίτσα της Μαγιαλους του Σβάρτσιχ, αλλα σήμερα, είπα Χριστούγεννα,και ετζάκωσα τον ποιητή της Σκοτίας ήτοι της σκοτίας να τονε γαντζώνει η εγγόνα του η Βεβίτσα, η βεβαία Ελπίς, οπότε θυμήθηκα πως γαντζωναμε τα μικρά κεράκια στο δεντράκι.

Αυτή ήταν η συσκευή. Από μαλακό τενεκέ. Ενα μανταλάκι που η άνω πλευρά του διέθετε έναν κυματισμό,που φτιάχνεται με ένα απλό μαραφέτι. Και ένα σωληνάκι να χωράει κεράκι διαμέτρου οκτώ χιλιοστών και πολλα λέγω. Αλλά μιά μέρα, μεταξύ 1957 και 1958 μάθαμε ότι κάηκε το δεντράκι ενός γείτονα από ένα τέτοιο μανταλάκι ,οπότε ήρθε στο σπίτι, αγορασμένο από τον Ράλλη, ένα λιανό ψεύτικο, από σύρμα και πράσινα βαμμένα κοκκορόφτερα και στο τέλειωμα κάθε πτυσσόμενου κλαδιού, ένα στραγάλι ωμό, βαμμένο κόκκινο με λαδομπογιά.

Η Βασιλικούλα, που πάντα θα την λέγω Βεύη, επειδή μοιάζει η έγνοια να πειράξει τον παππού της με τις πτυχώσεις στο mutatio Melitonis, συνοφρυώνεται και δεν ορρωδεί, ενώ ο υγιός του Μαχμούντ έχει αποκτήσει ένα σφυριχτό βλέμμα, τόσο μελαγχολικό και τόσο φευγάτο, που άρχισα να καταλαβαίνω πως μυρίζει η γνώση. Αντιπαλεύει με την Αγάπη.

Στο σκοτάδι, σκοτιστήκαμε, αλλα όταν φωτίσει και η σκοτία στο παράθυρο μοιαζει με Σκοτσέζικο υδαρές τοπίο (της Iona νήσου Ιόνιες συμπτώσεις) έρχεται μιά μέρα στις χίλιες και παραδέχομαι ότι οι δήθεν επιστρωμένες σε ένα ραγισμένο κείμενο γνώσεις, είναι η παρηγορία του μαλάκα. Η παρηγοριά μου.

22/12/2009

Ανθολογώντας ένα φίλο…

Image Hosted by ImageShack.us


Δεντρίτης όλη νύχτα
δεν αντέχεται

Στυλίτης μια ζωή
Μα δεν ακούγομαι

Στο τσόφλι μέσα

Ο ζηλωτής και πυρίπνους χαίρων οχούμενος
Την νύν εκλάμψασαν επίπνοιαν εδήλου.
Κοσμάς ο Μελωδός



21/12/2009

O tempora o moralis

Εμοιαζε πάντα με τον δόκτορ Σποκ- ο μακρυνός
Εξάδελφος των δημιουργών της γνωστής δεκαετίας
Που χόρτασαν ψωμάκι το πενήντα, είκοσι
Χρόνια και τριάντα πρίν γίνει η χώρα του
Αερικό πεπλανημένο.Οι όγκοι του Χίλτον
Και οι μοντερνισμοί της σαλονοκουζίνας,η τόλμη
Να προγκήξεις την νοικοκυρά που ήθελε
Αποθηκάκι στο διαμέρισμα (η πουτάνα) ήταν υπόθεση
Εγκάρδια, εργολαβική. Επρεπε μερικοί αθώοι
(ο Ζογγολόπουλος κι απόγονοι μακρυνοί
Των αρχιτεκτόνων της Αμάσειας) και πρώτος
Ο Μόραλης, ως δόκτωρ Σποκ των Ελυτικών,
Διαλυμένος στην Αίγινα, λάτρης του μηρού
Σε πρώτο πλάνο (ο δεύτερος μηρός πάντα
Εκκρεμεί, κακότεχνος αλλά ερωτικός, όπως
Οι μάγοι του μπαρόκ βωμολοχούσαν
Σε βάρος των ώμων όταν τους ιστορούσαν
Με την όπισθεν) γνώριζε να αφήνεται
Σε όλες αυτές τις άκρως βαρετές και άχρωμες
Μα και τελείως άσκημες γυναίκες, χλοάζουσες
Του άνω χείλους, δήθεν της ανδρικής
Μονοκοπανιάς ερωμένες, ουσιαστικα
Μόνες και (το ξαναγράφω) πανάσχημες,
Ποτέ τους συναρπαστικές.Ηταν ευτυχώς
Ζωηρός, αναστέναζε εύμορφα, μπορεί
Με Χατζιδάκι και τους επίλοιπους να άπλωναν
Μαζί τον τραχανά, πλήν οι άλλοι,
Αυτοί που γνώριζαν την ανδρική ματιά,
Την έωλη βρωμιά του δειλινού, ποτε τους
Δεν αφέθηκαν στην φύση, παρά στην σάρκα
(τόσο πληγωμένη) των αρσενικών
Αυτοί την όριζαν τη μουσική
κι όχι ο Μόραλης, Μοράλες, Ω Μόρες.
Δεν θα έφταναν ποτέ στα ενενήντα.
Τους έφαγαν τα τζίτζιλα, τα σκώτια
Τους προμήθευαν στον Φλωρινιώτη
Είδη κιγκαλερίας, διακοσμητικά.

Γειά σου Μόραλη, ταλεντάρα,βιαστικέ,
Χορταστικός στον έπαινο, κρυμμένος
Στην μάσκα σου. Σταχτίζει ο καιρός
Το φώς που γνώριζες, επειδή πολύ μετρά
Να μη φοβάσαι το σκοτάδι